Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2015

σπαρμένοι

Σπαρμένοι αγροί
Φρέσκο το σπυρί στο χώμα·
Θα 'ρθει κι η βροχή
Μα το σύννεφο
Δε φάνηκε ακόμα.

τ' άγαλμα

T' άγαλμα με το δίκοχο
(απόπατος περιστεριών)
ηλίθια ρεμβάζει σε πλατεία
κι ένας κοπρίτης
γλύφεται σχολαστικά...
ενώ διαπεραστικά στριγκλίζουν
φρένα λεωφορείου
που μόλις έχω χάσει.

το ποίημα

Το ποίημα
δεν έγινε τραγούδι.
Έμεινε χνούδι
εφηβικό.

Ο στίχος του
δεν πέρασε το φλούδι.
Έμεινε ζούδι
αχαμνό.

πάλι αναμασάς

Πάλι αναμασάς
τσίχλα μοναξιάς
άγευστη κι υγρή
μάζα σκοτεινή.

Πια δε σ' ωφελεί
μήτε μια φυγή
πίσω κουβαλάς
σάκους ερημιάς.

Πάλι αναμασάς
τσίχλα μοναξιάς
άγευστη κι υγρή·
σ' έχει καταπιεί...

δε φτούρησε

Δε φτούρησε σ' εμάς το δίκιο
Στο σώμα η ψυχή μ' ενοίκιο
Δε φτούρησαν τα τόσα πάθη
Όλα τα νιώσαμε έν' αγκάθι...

Μια μέρα, χάραμα κι αντάμα
Χωρίς αντίο, χωρίς γράμμα
Αφήσαμε συγκινημένοι
Την κοιμισμένη ειμαρμένη...

Αιθέρια, ανύποπτη, ωραία
Τόσο ολοκληρωτικά μοιραία
Γαλήνια καθώς κοιμόταν
Ποιος να το πει τι ονειρευόταν...

του εν Θεσσαλονίκη ανταποκριτού μας

Έπρεπε να γίνω βραβείο... Έπρεπε, όμως, πρώτα να πεθάνω.
Ξέρω, θα πείτε: οι λίγοι «εξαιρετικοί» άνθρωποι που γίνονται,
είναι συνήθως ήδη νεκροί.
Δεν τους ενδιαφέρει. Τουλάχιστον, όχι πια...

Εμένα, πάντως, με ενδιαφέρει. Όχι το βραβείο.
Με ενδιαφέρει ότι πέθανα, ή -για να το θέσω αλλιώς- με πέθαναν...
Ποιοι;
Μα, αυτοί που με θέσπισαν! Όχι μόνοι τους, ας μη γινόμαστε άδικοι.

Και μου το ‘χε πει: μην πας! Μην πας!
Δεν την άκουσα. Τσακωθήκαμε.
Ήμουν τόσο νέος. Είχα μπροστά μου μια λαμπρή καριέρα,
κι εκείνη μ’ αγαπούσε, με περίμενε.
Θες το σαράκι; Θες η κακιά η ώρα; Δεν πίστευα ποτέ σ’ αυτήν.
Τώρα πιστεύω...

Άσχημη πόλη το καλοκαίρι. Κι η υγρασία δεν βοηθά.
Βρώμικος κόλπος! Σαν τις πόρνες της.
Φάτσες ύποπτες, με χαραγμένα τα χαρακτηριστικά,
παρακρατικά σκουπίδια, νταβατζήδες και μαχαιροβγάλτες,
μαυραγορίτες, υπόκοσμος.

Είχα ένα μονότονα κακό προαίσθημα όταν έφτανα.
Εκεί, στο παράθυρο του ξενοδοχείου μου, στεκόταν
ένα μαύρο γλαροπούλι.