είκοσι

Χαρούμενη ανάπαυλα στάθηκε εκείνο το ταξίδι, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Του το πρότειναν κάποιοι συμφοιτητές του την τελευταία στιγμή. Παρασκευή, πάνω στο βουνό με τα μεγάλα έλατα, ολομόναχοι στον πέτρινο ξενώνα. Σωστούς κορμούς χώραγε το τζάκι, και το ουίσκι έρεε άφθονο. Αντί για πάγο, έβαζαν καθάριο χιόνι. Κι αυτή συνέχεια χαμογελούσε, όλα τα έβρισκε αστεία και αισιόδοξα. Η μέρα ξημέρωσε κάτασπρη. Ευλογημένος χιονοπόλεμος, με χίλια δυο πειράγματα- διάφανες υποσχέσεις. Την επομένη, στο λεωφορείο της επιστροφής, κάθισε δίπλα του. Έπαιξε με το κασκόλ, δοκίμασε το σκούφο του, “διάβασε” το χέρι του... Τρεις ώρες, αδύνατο να βρει ησυχία!
Δικαστήρια. Μουντή, λασπερή Θεσσαλονίκη. Τη βοήθησε να ξεφορτώσει τα μπαγκάζια της. “Αντίο” της είπε, “καλές γιορτές!”. Του αντιγύρισε ένα ξαφνικό φιλί, μισό στόμα-μισό μάγουλο. Πάνε από τότε είκοσι χρόνια.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

με κανέναν άγνωστο

η συγγραφέας