vakxikon# 27

«Δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου» - Σκέψεις για το έργο του Βύρωνα Λεοντάρη*





Κάθε φορά που ανακαλύπτω έναν στίχο με τον οποίο μπορώ να ταυτιστώ, να νιώσω γνώριμες τις λέξεις, σα να ‘χουν φύγει μέσα απ’ τα δικά μου χείλη, ομολογώ πως αισθάνομαι κάποιες τύψεις που πριν δεν έτυχε να τον συναπαντήσω. 

Τέτοιους πολλούς στίχους (ας είναι καλά το διαδίκτυο και οι ακάματοι δουλευτές του) ανακάλυψα, μάλλον πρόσφατα, στα ποιήματα του Βύρωνα Λεοντάρη:

«Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω/εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω;/Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος.../Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω.» («Εν γη αλμυρά», 1996-Κρατικό βραβείο ποίησης).

«Κάτοχος φυσικά και ξένης γλώσσης/είκοσι χρόνων, με λεπτή κορμοστασιά/μήνες και μήνες τρέχει για δουλειά/«Δυστυχώς, δεν εδόθησαν πιστώσεις...» («Ορθοστασία», 1957).

Ακόμη:
«Ο χρόνος πρήζεται κολλάει/πάνω στους τοίχους, η καρδιά/βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά/και σαν σκυλί αλυχτάει» («Κρύπτη», 1968).

Και βέβαια, το τόσο αριστοτεχνικό και διαχρονικά επίκαιρο ποίημα «Αποχρωματισμοί», που αναδημοσιεύεται διαρκώς σε πολλά ιστολόγια λογοτεχνικού ενδιαφέροντος:


Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
Μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
-ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ‘χε δοθεί
-σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;

Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως…»
(«Ομίχλη του μεσημεριού», 1959).


Όλοι οι παραπάνω στίχοι δεν αποτελούν, παρά ένα ελάχιστο δείγμα μιας ποίησης στην οποία «κατοικούν τα βάσανά μας» («Εν γη αλμυρά», 1996), μιας ποίησης ανθρωποκεντρικής που δεν φοβάται ν’ αναμετρηθεί με τους αρχέγονους φόβους, που δεν διστάζει να αυτοαναιρεθεί.

Στο άλλο σκέλος, εκείνο του οξυδερκούς κριτικογράφου με πλούσια παρακαταθήκη κειμένων, οι αξεπέραστες «Θέσεις για τον Καρυωτάκη» (πρώτη δημοσίευση από το περιοδικό «Σημειώσεις»**) δείχνουν μια ουσιαστική γνώση του βηματισμού της ελληνικής ποίησης, που ανατρέπει τα (παρα)δεδομένα:

«[...]Κριτικός δοκιμιογράφος με εξαιρετικά ιδιοσυγκρασιακό ύφος που, σε αντίθεση με τη ρητή αντιθεωρητική του στάση, είναι υπεύθυνος για μερικές από τις βαθύτερες και πιο διεισδυτικές παρατηρήσεις πάνω στη σύγχρονη ελληνική ποίηση[...]»***

Ανακαλύπτοντας, μεθοδικά κι υπομονετικά, τα ποιήματα του Β. Λεοντάρη, μου γεννάται μια βεβαιότητα: 

Πέρα από κορυφαίος μάστορας του στίχου, ο Λεοντάρης είναι από εκείνες τις περιπτώσεις ποιητών που δεν θα πάψουν, μέσα από το έργο τους, να αναμετριούνται με το μέλλον, όσο άνυδρο ή ζοφερό κι αν μας φαντάζει. 


Σημειώσεις
*  Ο Βύρων Λεοντάρης (1932-2014) πέρασε στην αθανασία, αφήνοντας γερό το αποτύπωμά του στο βιβλίο της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, ως ποιητής κι ως κριτικός και δοκιμιογράφος. Το σύντομο αυτό κείμενο γράφτηκε περίπου τρεις μήνες πριν την αποδημία του (δεν θέλησα να το τροποποιήσω, άρα δεν έχει καμιά συμβατική μετά θάνατον ωραιοποίηση). Δυστυχώς, ανακάλυψα τα τόσο λυρικά, μα και τόσο βαθυστόχαστα κοφτερά ποιήματά του πολύ αργά. Ένας ποιητής όμως δίνει αφορμές, ακόμη και με τον θάνατό του: να αφουγκραστούμε τους στίχους του, να εισέλθουμε στο σύμπαν του έργου του και, μέσα από αυτό, να ανυψωθούμε, ξαναποκτώντας κάτι απ’ τη χαμένη μας πίστη στον άνθρωπο και στον πολιτισμό του. Κι ας θυμηθούμε πάλι εδώ έναν του στίχο: «Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,/ανίατα μεσοπόλεμος...» Νομίζω πως δεν πάψαμε ποτέ...
** Αrchive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=759704
*** Φώτης Τερζάκης, «Η κριτικογραφία του ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη», «Η Καθημερινή-Αρχείο Πολιτισμού», 13-08-2002.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

πικρά χάι-κου

με κανέναν άγνωστο

η συγγραφέας