στο εργαστήρι του συγγραφέα



Για τη συλλογή “Σε κλειστά βιβλία” (και την ποίηση γενικότερα) *


«Δεν έχω ιδιαίτερα ταλέντα. Είμαι μονάχα παθιασμένα περίεργος.», γράφει ο Αϊνστάιν σε κάποια επιστολή του. Αυτή, νομίζω, είναι η γοητεία του ποιήματος. Η περιέργεια για τις λέξεις και το πώς μπλέκουν αναμεταξύ τους, συχνά «με τρόπο διαφορετικό των σκέψεων», δηλαδή το αναπάντεχο: από αλλού να ξεκινάς, κι αλλού να καταλήγεις. Βρίσκονται και πολλοί ποιητές, γύρω μας, που δεν έχουν γράψει ποτέ ποιήματα. Εντούτοις, έχουν την ικανότητα να παρατηρούν τα μικρά πράγματα, εκείνα που στους περισσότερους περνούν απαρατήρητα. Επιμένουν, ακόμη, να οραματίζονται, καθώς δεν θεωρούν όσα βλέπουν γύρω τους δεδομένα και παγιωμένα, αλλά μπορούν να υποπτεύονται και να φαντάζονται τις διαφορετικές μορφές τους μέσα στο χρόνο.

Η ποίηση, ασφαλώς, συνιστά μια ειδική γλώσσα, που ενώ απευθύνεται σε όλους, δεν μπορούν όλοι να συντονιστούν στη συχνότητά της. Όταν, βέβαια, είναι όντως ποίηση: αιμάτινη, βιωμένη… (ο μόνος, κατά τη γνώμη μου, τρόπος να υπάρξει). Όσο για τις καραβιές των απέλπιδα οργισμένων, των επαναστατών αυτοκτόνων, των απηυδισμένων; «Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι», λέει προφητικά ο Καρυωτάκης στα τελευταία του λόγια. Ξέρει σε ποιον κόσμο ζει και αναφέρεται στους πικραμένους όλων των μελλοντικών καιρών. Δεν ασπάζομαι τα λόγια του από καμιά νεορομαντική διάθεση αναβίωσης χρόνων περασμένων. Η ίδια μας η εποχή μου φέρνει ξανά στο νου -χαστούκι!- αυτά τα λόγια.

Βιώνουμε την υποχώρηση των ανθρωπιστικών επιστημών, την επικράτηση των αριθμών, των τεχνοκρατών. Έναν καπιταλισμό που τρώει την ουρά του, και αναγεννιέται μέσα από πολέμους, για να στεριώσει ακόμη πιο βάναυσα τα συμφέροντα των λίγων σε βάρος των πολλών. Όσο το εφιαλτικό αυτό σκηνικό γιγαντώνεται, χρειαζόμαστε περισσότερο την ποίηση.

Ωστόσο, παρ’ όλο τον σύγχρονο εκδοτικό οργασμό, έχω την στέρεη αντίληψη πως ποτέ άλλοτε η ποίηση δεν έφτασε σε τέτοιο σημείο απαξίωσης, όσο στις μέρες μας (η ανώδυνη, ακίνδυνη ή και εξυπηρετική ποιητική, αποδεικνύεται ιδιαίτερα βολική για το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, με την καθιέρωση εύπεπτων αφηγημάτων περί ποιοτικής λογοτεχνίας, και τη διαμόρφωση στερεοτυπικών αισθητικών κριτηρίων―το ελεύθερο διαμοίρασμα μέσω διαδικτύου, πάντως, αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας). Σε κάθε περίπτωση, δεν θα διαφωνήσω με τη ρήση του Ο. Ελύτη: “Κακά τα ψέμματα, όταν οι ιδέες μόνον είναι που βαρύνουν σε μια ποίηση κι όχι ο τρόπος που διατυπώνονται οι ιδέες, σημαίνει ότι οι βάρβαροι έφτασαν.”**

Μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το φαινόμενο της απαξίωσης της ποίησης (άρα και αποδυνάμωσης τόσο των φορέων όσο και των μηνυμάτων της), αναλογεί σε όσους ασχολούμαστε με αυτήν (δημιουργοί, επιμελητές, κριτικοί κ.ά.). Πώς, αλήθεια, επικοινωνούμε την κοσμοαντίληψή μας; Πιστεύουμε, πράγματι, ότι κομίζουμε έναν γνήσιο προβληματισμό για όσα φριχτά συμβαίνουν γύρω μας; Γιατί οφείλουν οι «άλλοι» να μας καταλάβουν;

Η τελευταία μου ποιητική συλλογή “Σε κλειστά βιβλία”, που κυκλοφορεί από τα 24 γράμματα, περιλαμβάνει (σε έκταση 146 σελ.) τόσο πρώιμα ―σχεδόν εφηβικά― όσο και κατοπινά ποιήματα, κάποια μάλιστα πολύ πρόσφατα, που συγκεντρώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από διάσπαρτα χειρόγραφα και δημοσιεύσεις. Με αυτήν την έννοια, αποτυπώνει μία πορεία αγωνιώδη και κοπιαστική, όχι όμως χωρίς τις απολαβές της συμφιλίωσης με την εσωτερική φωνή. Όσο κανείς προσέχει (κι όσο αντέχει), θ’ ανακαλύπτει στις σελίδες της, συν τω χρόνω, τον ενοποιητικό παράγοντα του τυχαίου. Προτείνεται, λοιπόν, η μη γραμμική ανάγνωσή της.




* Στο κείμενο χρησιμοποιήθηκαν προσαρμοσμένα αποσπάσματα από παλαιότερα δοκίμια και συνεντεύξεις μου (Αλλιώς, Readingbooksforfun.blogspot.gr).

** Οδυσσέας Ελύτης, Συν τοις άλλοις, Ύψιλον, 2011

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

ξετάγκ

ζαβολιά

πικρά χάι-κου

το ποτάμι