Κριτική του Μ. Τασάκου-Της μοναξιάς καλή συνέχεια


(Ἄς σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ντέμης Κωνσταντινίδης γράφει μονοτονική γραφή, ἀλλά στό παρακάτω κείμενο ὁ πολυτονικός διορθωτής δέν μπορεῖ νά ξεχωρίσει τά ποιητικά ἀποσπάσματα καί να τά μονοτονίσει)

O Ντέμης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1976 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε Αρχαιολογία και Μουσειολογία στο Α.Π.Θ. Έχει εργαστεί ως αρχαιολόγος πεδίου, ως επιμελητής εκθέσεων και παιδαγωγός. Δημοσιεύει στο skorpieslekseis.blogspot.gr, ενώ έχει συνεργαστεί με τα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά Βακχικόν και Χίμαιρα, καθώς και με σημαντικά ιστολόγια και ιστοσελίδες λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Έχει εκδώσει τις συλλογές: Διαθέσεις (UniversityStudioPress, 2008), Ιχθύων λόγος (UniversityStudioPress, 2011), Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες (University Studio Press, 2013), Ευλύγιστες μελαγχολίες (Βακχικόν, 2014), Εφημερόπτερα (24γράμματα, 2015), H ασφαλής ομήγυρη (Αυτοέκδοση, 2015), Περίπολος για τους εναπομείναντες (24γράμματα, 2016), Σε κλειστά βιβλία (24γράμματα, 2017).
Δέν ὑπάρχουν εὐαγγέλια στήν λογοτεχνία, πολύ περισσότερο δέν ὑπάρχουν ἀξιώματα καί ἀλάνθαστες κρίσεις στήν λογοτεχνική κριτική. Ἔχω μετανοήσει γιά κάποιες  θετικές κριτικές μου, οἱ κρινόμενοι ἀποδείχθηκαν διάττοντες καί ρᾴθυμοι γιά τήν ἐξέλιξή τους. Ἀνάλογη μετάνοια ὑπάρχει καί στήν ἀντίπερα ὄχθη, κάποιες πολύ αὐστηρές κρίσεις, (ὄχι πολλές, μετρημένες μέ ἀριθμό μονό), ἀποδείχθηκαν περισσότερο ἀπόλυτες ἀπ’ ὅσο θάπρεπε, καθώς οἱ ἐπίδοξοι ποιητάδες μόχθησαν, μάτωσαν, θυσίασαν καί στό τέλος ἔγιναν οἱ ἐργάτες τοῦ πνεύματος πού ἔχουμε τόσο ἀνάγκη – ἐκεῖνοι δηλαδή πού, χωρίς νά βρίσκονται στίς κορυφές τῆς δημιουργίας, προσφέρουν καθημερινό ἔργο μέ ποίηση γερή καί οὐσιαστική. Ὅση ἀνάγκη ἔχωμε τόν Ρίτσο, τόν Καρυωτάκη ἤ τόν Σεφέρη, (ἅς τούς ὀνομάσουμε κορυφαίους γιά νά συνεννοούμεθα…), ἄλλη τόση ἀνάγκη ἔχωμε τόν Ἀναγνωστάκη, τόν Λειβαδίτη, τόν Δημουλά ἤ τόν Πατρίκιο καί πολλούς ἀκόμη μιᾶς «δεύτερης» ποιητικῆς σειρᾶς, πού ἔχουν δώσει σημαντικό ἔργο καί πλουτίζουν τήν γραμματεία μας μέ κείμενα ἄξια, ποιοτικά.
Νιώθω μία κάποια ἱκανοποίηση ὅταν ἐπιστρέφω σέ παλαιότερο κείμενο γιά τόν Ντέμη Κωνσταντινίδη καί βλέπω πώς δέν ἀστόχησα στίς κρίσεις μου, δέν ἀστόχησα στίς προβλέψεις γιά τήν ἐξέλιξή του. Παρακολουθῶ  τήν ποιητική του ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια πιά καί χαίρομαι πού κάθε ἑπόμενη συλλογή εἶναι πλουσιότερη, βαθύτερη, τεχνικά ἀρτιότερη. Σημαίνει αὐτό πώς λείπουν οἱ ἀδυναμίες, κάποιες εὐκολίες, ἴσως καί κάποιες ἀτέλειες τοῦ στίχου στά τελευταῖα ποιήματά του; Ὄχι δά, δέν ὑπάρχει ποιητής, (πῶς θά μποροῦσε ἄλλωστε!..), πού διατηρεῖ ἰσοϋψῆ  τόν πῆχη σέ ὅλο το ἔργο του. Ἀρχίσαμε ὅμως ἀνορθόδοξα, in media res, ἄς ξεκινήσωμε κάπως πιό συμβατικά…
Ἄν δέν κάνω λάθος, ἡ πρώτη συλλογή τοῦ Κωνσταντινίδη ἐκδόθηκε τό 2008, πέρασε μιά γεμάτη δεκαετία ἀπό τότε πού γέννησε δέκα ποιητικές συλλογές, μαζί μέ αὐτήν τήν τελευταία μέ τήν ὁποία ἀσχολούμεθα σήμερα. Δέκα συλλογές εἶναι ἔργο ἀρκετό γιά νά μποροῦμε πιά μέ κάποια βεβαιότητα νά κάμωμε τήν κρίση μας πιό ἀντικειμενική, πιό δίκαια, καί, τό πιό σημαντικό, πιό ἀκριβῆ σέ διατύπωση καί οὐσία.
Ἅς ξεκινήσωμε λοιπόν ἀπό τήν ἴδια τήν ἔκδοση, τήν ἐμφάνιση καί τήν αἰσθητική της.

Πενήντα ἕνα ποιήματα, (μαζί μέ τό εἰσαγωγικό), ἁπλώνονται σέ περίπου 60 σελίδες, σέ ἕνα βιβλίο μικροῦ μεγέθους ἀπό τίς ἐκδόσεις Φαρφουλά. Ἡ ἔκδοση εἶναι λιτή, ἀπό τό βιογραφικό τοῦ συγγραφέα ἀπουσιάζει ἡ φωτογραφία του, (σωστά κατ’ ἐμέ, ὅσοι μέ διαβάζουν ἀντιλαμβάνονται τό γιατί…), ἐνῷ στό ἐξώφυλλο, πού ἐπιμελήθηκε ὁ ἐκδότης Διαμαντής Καράβολας, ὅλα τα στοιχεῖα, (συγγραφέας, τίτλος καί ἐκδότης) εἶναι τοποθετημένα στίς ἰδανικές ἀναλογίες – τό γράφω αὐτό κυρίως γιά κάποιους ἐκδότες πού ἀποτυπώνουν τό ὄνομά τους στά ἐξώφυλλα σέ μέγεθος δυσανάλογο μέ τήν συμμετοχή τους.
Τά ποιήματα τοῦ βιβλίου εἶναι γραμμένα μέσα στήν διετία 2017-2018 καί στεγάζονται κάτω ἀπό τόν περίεργο τίτλο «Τῆς μοναξιᾶς καλή συνέχεια». Ἡ ἐπιλογή τοῦ τίτλου θά ἔλεγα ὅτι δέν παραπέμπει ἁπλῶς στό ὁμώνυμο ποίημα τῆς συλλογῆς, ἀλλά ἀποτυπώνει, σκιαγραφεῖ, (πεῖτε τό ὅπως θέλετε…) μία στάση ζωῆς καί ταυτόχρονα μία πολύ σημαντική προϋπόθεση τῆς ποιητικῆς δημιουργίας.
Μάθαμε ἀπό τά παιδικά μας χρόνια πώς ἡ μοναξιά εἶναι κάτι κακό καί ξορκισμένο, κάτι πού δείχνει ἄνθρωπο περίεργο, ἀκοινώνητο, ἰδιόρρυθμο. Ἡ μοναξιά προκαλεῖ τόν οἶκτο, ἕναν μορφασμό λύπησης γιά ἐκεῖνον πού τήν βιώνει, λιγότερο ἤ περισσότερο ἡ ἴδια ἡ λέξη συνδηλώνει μιά ἀναπηρία, ἕνα ἔλλειμμα.
Ὁ ποιητής βιώνει μοναξιά κατά τήν γνώμη μου γιά δύο κυρίως λόγους. Ὁ πρῶτος εἶναι ἀναγκαῖος καί ταυτόχρονα προαπαιτούμενο τῆς ποίησης, δέν ὑπάρχει συλλογικότητα στήν λογοτεχνία, τήν ὥρα τῆς γραφῆς ὑπάρχει μοναχά ὁ ποιητής καί τό χειρόγραφό του, (ἤ ἡ ὀθόνη του…), τίποτε ἄλλο.
Ὁ δεύτερος ὅμως λόγος εἶναι καί ὁ σημαντικότερος καί εἶναι ἐκεῖνος πού μετατρέπει τήν μοναξιά τοῦ ποιητῆ, ἀπό κατάσταση προσωρινή καί ἐντοπισμένη χρονικά, σέ μόνιμο χαρακτηριστικό βίου, σχεδόν σέ ἐξορία. Εἶναι παλαιά ἡ θέση μου ὅτι δυστυχῶς ὁ καλός ποιητής βρίσκεται πάντοτε στήν ἀντίπερα ὄχθη, τῶν ὀλίγων, ἐκείνη τήν δύσβατη, κάποιες φορές τήν δυστοπική. Πρόκειται γιά φαινόμενο καί χαρακτηριστικό πού κορυφώθηκε κυρίως στήν γενεά τοῦ μεσοπολέμου, (γενεά τοῦ 20) καί πού σπάνια συναντᾶμε πιά στίς μέρες μας, καθώς προϋποθέτει ἐκεῖνο πού πολύ εὔστοχα γράφτηκε γιά τόν Καρυωτάκη, ὅτι δηλαδή «βιώνει τήν πραγματικότητα μέ πόνο σχεδόν σωματικό». Ἤ ὅπως περίπου τό λέγει ὁ Γιάννης Ἀποστολάκης, «Ἡ λογοτεχνία εἶναι πρωτίστως στάση ζωῆς», ἤ, τέλος, ὅπως τό γράφει ἡ ἀφεντιά μου σέ ἕνα παλαιότερο κείμενο, «Δέν ἠμπορεῖ ὁ στῖχος σου νά εἶναι στό Μεσολόγγι καί ἐσύ νά γλεντοκοπᾶς στήν Λωζάνη».
Βιώνει λοιπόν μοναξιά ὁ Κωνσταντινίδης; Ναί, τήν βιώνει ἐδῶ καί καιρό, (ἐξ οὐ καί ἡ φράση «καλή συνέχεια» στόν τίτλο), δέν εἶναι ὅμως ἡ μοναξιά πού σχετίζεται μέ τήν καθημερινότητα, τήν παρέα, τήν ὀχλοβοή, πρόκειται στήν οὐσία γιά ἀποξένωση ἀπό τήν σημερινή πραγματικότητα, ἀποξένωση ἀπό ἐκεῖνο πού ἔχει ἐπιβληθεῖ ὡς πραγματικότητα. Εἶναι τό «ὅπου καί νά ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μέ πληγώνει» τοῦ Σεφέρη καί τό «Ρῖξε τό ὅπλο καί σωριάσου πρηνής ὅταν ἀκούσεις ἀνθρώπους» τοῦ Καρυωτάκη. Δέν πρόκειται γιά μισανθρωπία, μήτε γιά δειλία, εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ ἀποκρουστικοῦ περιβάλλοντος, ὁ πόνος γι’ αὐτό πού δέν εἶναι, ἡ λύπη γιά ἐκεῖνο πού λείπει, πού ἀπουσιάζει…
Τῆς μοναξιᾶς καλή συνέχεια
Κι ἐσύ πού μέ καμάρι τήν ὑψώνεις
κι ἐσύ πού ὀργισμένος τήν πατᾶς
κι ἐσύ πού μέ διαβεβαιώνεις
κάποια σημαία ἀκολουθᾶς.

Κάπου, ὁπωσδήποτε, πρέπει ν’ ἀρέσεις
τήν ἐπιβράβευση κι ἐσύ ἐπιζητᾶς.
Σέ μάθανε νά ζεῖς μέ τίς προσθέσεις
μά ν’ ἀποστρέφεσαι τό πλήν τῆς μοναξιᾶς.
Ἀπό τίς πρῶτες μου κριτικές γιά τόν Κωνσταντινίδη, εἶχα σημειώσει πώς ἡ ποιητική του βρίσκεται ἐγγύτερα στήν Καρυωτακική γενεά, παρά στήν γενεά τοῦ τριάντα, γι’ αὐτό καί θεωροῦσα τότε πώς ἀναπόφευκτα ἡ ποίησή του θά ἐξελιχθεῖ σέ ἀμιγῶς ὑπαρξιακή, πώς σταδιακά θά στραφεῖ πρός τό ἐσώτερο, τό ἀγωνιῶδες, τό ὀντολογικό. Ὁ Καρυωτάκης ἀποφεύγει νά ὀνοματίσει ἐκεῖνα πού πυροδοτοῦν τήν ποίησή του, ἐνῷ ὁ Κωνσταντινίδης πολλές φορές μεταφέρει στόν στῖχο εἰκόνες τοῦ δρόμου καί τῆς καθημερινῆς ζωῆς – ὅμως ἡ ὀπτική εἶναι παρόμοια καί σέ κάποια ποιήματα τῆς συλλογῆς αὐτό εἶναι ἐμφανέστατο.
Θυμηθεῖτε γιά παράδειγμα τό πρῶτο τετράστιχο ἀπό τό ποίημα «Θάνατοι» τοῦ Καρυωτάκη…
ΘΑΝΑΤΟΙ
Εἶναι ἄνθρωποι πού τήν κακήν ὥρα
τήν ἔχουν μέσα τους.

Χεράκια πού κρατώντας τά τριαντάφυλλα
κι ἄπ’  τή χαρά ζεστά των φιλημάτων,
χεράκια πού κρατώντας τά τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τίς πόρτες τῶν θανάτων·
[ ]
(Κώστας Καρυωτάκης, Ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν πραγμάτων, 1919)
Δεῖτε τώρα καί τίς λεκτικές συμπτώσεις στόν Κωνσταντινίδη…
Τό ψωμί καί τό μαχαῖρι
Σαλάμι κομμένο φέτες
ἀπό τό σοῦπερ-μάρκετ μέ αὐτοκόλλητο
terminus post τῆς κατανάλωσης
κάποια χεράκια λεπτοκαμωμένα
κάποια χεράκια ταλαιπωρημένα
σέ τυλίξανε
καί τώρα πάνω στό τραπέζι μου
τό λαστιχάκι σου
τυχαία ἀναδιπλώνεται
σέ σύμβολο τοῦ ἀπείρου.
Δεῖτε τίς ἀναλογίες, δεῖτε καί τίς συνδηλώσεις – ἀκριβῶς τά ἴδια συναισθήματα λύπης ἀπό τήν ἐπαναλαμβανόμενη λέξη «χεράκια», ὅσο γιά τό ἄπειρο ἅς μήν ἐπεκταθοῦμε, εἶναι γνωστές οἱ ἀναφορές στήν Καρυωτακική ποίηση. Προσέξτε μοναχά τήν κλιμάκωση στούς στίχους τοῦ Κωνσταντινίδη, ἀπό μιά ἁπλή εἰκόνα τῆς ρουτίνας στό ἄπειρο, ἀπό κάτι ἀσήμαντο καί ἀδιάφορο γιά τούς περισσότερους στό σύμβολο τοῦ ἀπείρου. Κάθε εἰκόνα πού πονᾶ, πού πληγώνει, ὅσο ἀσήμαντη καί ἐάν εἶναι, μπορεῖ νά ἀνοίξει τά παραθύρια ἑνός στοχασμοῦ ἐπάνω στήν ὕπαρξη.
Εἶναι ἀρκετά τα ποιήματα τῆς συλλογῆς πού κουβαλοῦν μία καθημερινή εἰκόνα καί πού τήν χρησιμοποιοῦν γιά νά σαρκάσουν ἤ νά εἰρωνευθοῦν, ἀλλά ὁ σαρκασμός ἐδῶ δέν στέκει ἀφ’ ὑψηλοῦ, δέν δείχνει μέ τό δάκτυλο, (ὅπως γιά παράδειγμα στόν Καβάφη), δέν εἶναι θεατρικός, ἀντίθετα, νομίζει κανείς πώς ὁ Κωνσταντινίδης μόνο τυπικά σαρκάζει κάποιον ἄλλον, στήν πραγματικότητα οἰκτίρει τόν ἑαυτό του, τήν μιζέρια πού συνοδεύει σήμερα κάθε τί τό πνευματικό, τήν μοῖρα τοῦ ποιητῆ, τελικά τήν διάψευση πού εἶναι παροῦσα σέ κάθε βῆμα, σέ κάθε εἰκόνα…
Θυσιαστικό
Κάπου στό κέντρο ἐχθές
πίσω ἀπό ἕνα τσοῦρμο παιδιά
κατάκοπη καί ἱδρωμένη
πῆρε τό μάτι μου τήν Ἀθηνᾶ.

Τή σημαιοφόρο μας
-πού σέ ὅλα ἀρίστευσε!-
φιλόσοφο. Ἀποφοιτήσασα
ἐκ τοῦ Ἀριστοτελείου.
(Σημειῶστε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κωνσταντινίδης εἶναι ἀπόφοιτος τοῦ ΑΠΘ).
Ἄν θά ἔπρεπε νά χρησιμοποιήσω μία καί μόνη λέξη πού νά χαρακτηρίζει τούτη τήν συλλογή, αὐτή θά ἦταν ἡ λέξη πικρία. Ἀκόμη καί κάτω ἀπό τόν σατιρικό στίχο, ἀκόμη καί κάτω ἀπό τήν εἰρωνεία ἤ τήν καταγγελία, ἐκεῖνο πού ἀπομένει εἶναι μιά πίκρα, μιά πληγή, μιά οὐλή ἀνεξίτηλη στό σῶμα καί στό πνεῦμα τοῦ ποιητῆ καί αὐτό δέν εἶναι σχῆμα λόγου ἤ κριτικό στερεότυπο.
Ἀπό τήν συλλογήξ «Τῆς μοναξιᾶς καλή συνέχεια», τοῦ Ντέμη Κωνσταντινίδη
Στό σημεῖο αὐτό νά ποῦμε καί τοῦτο – ἡ συλλογή δέν εἶναι περίκλειστη θεματικά, δέν ὑπάρχει μία ἑνότητα πεδίων, κάθε ποίημα διαθέτει πλήρη τήν αὐτοτέλειά του, ἐνῷ συνυπάρχουν, (πολλές φορές στήν ἴδια σελίδα ἀντίκρυ…), τόνοι major καί minor, ἡ καταγγελία δίπλα στήν μελαγχολία, ἡ ἐπική διάθεση ἀντικριστά μέ τήν ἀγωνία τοῦ θανάτου. Παρόλο πού ὁ Κωνσταντινίδης, (ἀπό τήν προηγούμενη συλλογή ἀκόμη…), ἔχει ἀρκετά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν ἁπλό καταγγελτικό πολιτικό λόγο, εἶναι θαρρεῖς καί ὑπάρχουν μέσα του δύο διαθέσεις, δύο χαρακτήρων συμπεριφορές. Εἶναι ὁ ἕνας ὁ αἰσιόδοξος, ὁ ἐλπιδοφόρος, ὁ ἀγωνιστικός, ἐκεῖνος πού δέν ἀντέχει τό ἄδικο καί τά συνοδά του στήν καθημερινή ζωή καί εἶναι καί ὁ ἄλλος, ἐκεῖνος  τῆς ἥττας, ἐκεῖνος πού στηρίζει ἕνα ἰδανικό γνωρίζοντας τήν ἴδια στιγμή τήν διάψευση πού τό συνοδεύει. Καί εἶναι νομίζω ἡ πρώτη φορά μετά ἀπό τόσες συλλογές, πού αὐτές οἱ δύο πλευρές συναρθρώνονται σέ μία συλλογή, ἡ κάθε πλευρά ἔχει μπολιάσει τήν ἄλλη καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἔχει δημιουργηθεῖ μιά νέα ποιητική, μακριά ἀπό ἀτέλειες τοῦ παρελθόντος καί στίχους πού εἶχαν κάποιες φορές ξύλινα χαρακτηριστικά. Ἅς δώσουμε ἕνα παράδειγμα…
Ἡρωικό
Ἐμπρός μικρέ
καί πές τό ποίημά σου θαρρετά
γιά τήν Ἑλλάδα
πού δέν πέθανε ποτέ!
Γιά τίς ἀλύτρωτες πατρίδες
καί τό μαρμαρωμένο βασιλιά…

Ἐμπρός μικρέ
ἴσια τήν πλάτη
στόμφο στή φωνή!
Μήν παραλείπεις τήν ἀναπνοή…
Κάπου μές στό κοινό
σέ καμαρώνει ὁ ἄνεργος μπαμπάς σου.
Ναί εἶναι καταγγελία, ναί εἶναι πολιτικό, ἀλλά εἶναι καί ἕνα καλό ποίημα, ἔχει ἀνατροπή, ἔχει ἀναλογίες, θεατρικότητα, ρυθμό, εἰρωνεία πού δέν φτάνει στήν ὑπερβολή, στό μελό ἤ τό στερεότυπο. Καί πάντα στό βάθος καί κάτω ἀπό τίς λέξεις, ἐκείνη τήν πικρία πού σημειώσαμε παραπάνω, (ἴσως ἀστοχία ἐπιμελητή  ἡ ἀπουσία τοῦ τελικοῦ ν στόν τελευταῖο στίχο τῆς πρώτης στροφῆς, στό ἀρσενικό ἄρθρο. Βεβαίως, ἔτσι πού ἔχουν ὁρίσει τούς κανόνες στό συγκεκριμένο πεδίο, δύσκολο νά μήν ἀμελήσει κανείς…).
Ἅς ποῦμε καί τοῦτο – ὁ Κωνσταντινίδης εἶναι ἕνας ποιητής πού λειτουργεῖ «ἐν θερμῷ», σέ κατάσταση βρασμοῦ. Ἀπό τήν ἰδιοσυγκρασία του ἀπουσιάζει ἡ ἐπεξεργασία ἐκ τῶν ὑστέρων, ἡ λεπτοδουλειά στόν στῖχο, ἡ σχολαστική φιλολογική ἐπιμέλεια, τό «κέντημα» τοῦ Καβάφη ἤ ὁ στῖχος σαλονιοῦ τοῦ Σεφέρη – ἐδῶ ἔχει κανείς τήν ἐντύπωση πώς τό ποίημα γράφεται σέ πραγματικό χρόνο. Ὅταν ὁ Κωνσταντινίδης βρεῖ μπροστά του τήν ἄσχημη πόλη, τά παιδιά πού ὑποφέρουν, τόν πολιτικάντη πού δημαγωγεῖ, θά γεννήσει τόν στῖχο ἐκείνη τήν στιγμή καί αὐτή ἡ ἀμεσότητα δέν ἀφήνει καί πολλά περιθώρια γιά διορθώσεις καί ἀναθεωρήσεις. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι δίκοπο, ὅπως καί στόν Καρυωτάκη – ἀπό τήν μιά ἔχουμε ποίηση γεμάτη ἀπό ἔνταση, ἐκφραστική λιτότητα, κάποιες φορές ἔντονο λυρισμό, (μέ κύρια χαρακτηριστικά τόν θυμό, τήν πικρία, τήν καταγγελία καί τόν σαρκασμό), ἀπό τήν ἄλλη αὐτή ἡ ποίηση πραγματικοῦ χρόνου, ἀφήνει νά διαφύγουν στίχοι τραχεῖς, διασκελισμοί, κάποιες παρηχήσεις, ἀρρυθμίες ἤ κάπως εὔκολες ὁμοιοκαταληξίες.
Ἐκεῖνο ὅμως πού εἶναι τό πιό σημαντικό, ἐκεῖνο πού προδιαγράφει μία ἀκόμη πιό σημαντική πορεία στό μέλλον, εἶναι το ὅτι σ’ αὐτήν τήν συλλογή ὁ Κωνσταντινίδης δείχνει νά σκύβει περισσότερο στόν χαμηλότονο στίχο, στίς ὑπαρξιακές ἀναζητήσεις, στήν λύπη τοῦ θανάτου, στήν προαιώνια ἀναζήτηση σκοποῦ καί στήν ἀνθρώπινη μοῖρα… δεῖτε γιά παράδειγμα, ἕνα ποίημα ἁπλό, σχεδόν τρυφερό, ταυτόχρονα ὅμως καί πολυσήμαντο…
Οἱ κῆποι
Δέν τόν εἶδαν.
Δέν τόν ἄκουσαν.
Κανείς δέν ἔμαθε τί ἀπέγινε
ἐκεῖνος ὁ τρελός της γειτονιᾶς μας.

Χωρίς τόν τρελό της
συνεχίζει ἡ γειτονιά.
Χωρίς κηπουρούς
ἀνθίζουν οἱ κῆποι.
Καί ἕνα ἀπό τά καλύτερα τῆς συλλογῆς, ἕνα ἀπό τά προσωπικά ἀγαπημένα μου, καθώς ἔχω πολλές φορές ἀσχοληθεῖ μέ τίς μνῆμες τίς παιδικές καί τήν δύναμη πού διαθέτουν τά παιδικά ὄνειρα, ἀκόμη καί σέ προχωρημένη ἡλικία…
Θυμητικό
Τήν παιδική ἐκείνη ἁπλή
χριστουγεννιάτικη γιορτή
θυμᾶσαι ἀκόμα,
πού τό παιδάκι εἴσ’ ἐσύ
οἱ ρόλοι ἔχουν μοιραστεῖ-
δασκάλου στόμα.

Ἡ φορεσιά σου εἶναι λευκή
καί τά φτερά σου χρυσαφί,
γυρτό τό σῶμα.
Ψηλά, σ’ ἀχλή δοξαστική
χάρτινο ἄστρο σ’ ὁδηγεῖ·
σέ πάει ἀκόμα.
Ποιήματα παρόμοιας ποιότητας καί προσανατολισμοῦ ὑπάρχουν ἀρκετά στήν συλλογή, ἀλλά τό θέμα δέν εἶναι βεβαίως ἀριθμητικό. Περισσότερο ἀφορᾶ τήν ὅλο καί ἰσχυρότερη τάση στόν Κωνσταντινίδη γιά ἐξερευνήσεις τοῦ ὑποσυνείδητου, τῶν σκοτεινῶν περιοχῶν, τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Ἐάν στίς προηγούμενες συλλογές ἡ ποιητική χρωματική κλίμακα ἦταν στούς τόνους τοῦ ἄσπρου, τοῦ μαύρου καί τοῦ γκρί, τώρα ἡ παλέτα χρωματίζεται, τά ἀπόλυτα πρόσημα ὑποχωροῦν, ὑπάρχει λύπη, τρυφεράδα, στενοχώρια. Ὁ ποιητής δέν εἶναι πλέον ὁ ἁπλός παρατηρητής πού φωτογραφίζει τά κακῶς κείμενα, γίνεται καί ἀνατόμος, καί στοχαστής, καί διερευνητής τῶν ἀνθρωπίνων στήν ἀτομικότητα τοῦ κάθε προσώπου. Ἄν θά ἦταν ἀπαραίτητο νά κάμω μία πρόβλεψη, θά ἔλεγα ὅτι αὐτό πού ἐδῶ ἐμφανίζεται γιά πρώτη φορά μέ τέτοια ἔνταση καί σέ τέτοια ὡριμότητα, στό μέλλον θά διευρυνθεῖ καί ὁπωσδήποτε μπορεῖ νά μᾶς ἐκπλήξει – σέ σχέση τουλάχιστον μέ τίς συλλογές τῶν πρώτων ἐτῶν. Αὐτοί οἱ στοχαστικοί τόνοι κατά τήν γνώμη μου δίδουν καί τά καλύτερα ποιήματα τῆς συλλογῆς.
Μέ ρωτοῦν πολλές φορές ὅταν ἐκδίδεται μία νέα συλλογή – εἶναι ὁ τάδε μεγάλος ποιητής;.. φέρνει ὁ δεῖνα μιά νέα ποίηση στόν καιρό μας;..
Ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἀείμνηστος Ρένος Ἀποστολίδης, ξεχᾶστε τά ἐπίθετα στόν ὑπερθετικό, τήν ἀναζήτηση διαδόχων τοῦ παρελθόντος, τήν ποίηση ἐκείνη πού θά σᾶς συγκλονίσει – τά ποιήματα πού τό καταφέρνουν αὐτό εἶναι σπάνια καί γιά νά εἶμαι εἰλικρινής στήν ποίηση ἀκόμη περισσότερη σημασία ἔχει ἐκεῖνο πού ἀναφέραμε παραπάνω – ἡ συνεχής πνευματική ἄσκηση, ἡ βελτίωση, ἔστω τό ἐλάχιστο ἀποτέλεσμα. Καί ἕνα μόνο ποίημα ἀπό κάποια συλλογή ἐάν εἶναι καλό, τότε ὁ σκοπός ἔχει ἐπιτευχθεῖ.
GREEK POET
Ντέμης Κωνσταντινίδης
Εἶναι λοιπόν ὁ Κωνσταντινίδης κορυφαῖος ποιητής;.. Ὄχι, δέν εἶναι ὁ Μεσσίας πού περιμένετε στήν ποίηση, τουλάχιστον ὄχι ἀκόμη. Ἡ ποίησή του προχωρᾶ ἀργά, ἀλλά σταθερά ἀπό συλλογή σέ συλλογή, βελτιώνεται, ὡριμάζει, ἀναθεωρεῖ, ἀποφεύγει τήν μανιέρα, μᾶς ἐκπλήσσει σχεδόν πάντα· ἀλλά ὅπως γράφω καί στήν ἀρχή αὐτοῦ του σημειώματος – ὅση ἀνάγκη ἔχωμε τούς κορυφαίους, ἄλλη τόση καί περισσότερη χρείαν ἔχωμε τῶν ἀκούραστων πνευματικῶν ἐργατῶν πού ἐπιμένουν, μοχθοῦν καί συνεχίζουν νά γράφουν παρά τήν παρακμή καί τήν λυπηρή εἰκόνα τῶν πνευματικῶν μας πραγμάτων. Εἶναι οἱ συγγραφεῖς τῆς καθημερινότητας πού ἐκτός ἀπό τό ποιητικό τους ἔργο καθαυτό, λειτουργοῦν καί ὡς ἀφυπνιστές συνειδήσεων, ὡς ὁδοδεῖκτες τῶν ζοφερῶν καταστάσεων πού ἔχουμε συνηθίσει καί ἀποδεχθεῖ – πίσω ἀπό τό προϊόν πού ἀγοράζεις ὑπάρχει τά χεράκια πού ἔχουν στραβώσει ἀπό τήν δουλειά, πίσω ἀπό κάθε ἀπελπισμένο ἄνθρωπο ὑπάρχει ἕνα ξεφτισμένο παιδικό ὄνειρο πού περιμένει σιωπηλά, πίσω ἀπό κάθε ὡραῖο κῆπο ὑπάρχει ἕνας κηπουρός πού μοχθεῖ, πού κοπιάζει, πού κατακτᾶ ἕνα νόημα στήν ζωή του μέρα τήν μέρα, ὥρα τήν ὥρα. Ὅλα τοῦτα καί ἄλλα πολλά μας θυμίζει σήμερα ὁ Κωνσταντινίδης, ὅπως ἑκατοντάδες καλοί συγγραφεῖς τό ἔκαμαν πρίν ἀπό αὐτόν σε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια, μυθιστορήματα. Κι ἅς μήν ἔμειναν στήν ἱστορία ὡς κορυφαῖοι, ἀνεπανάληπτοι, μοναδικοί.
Ἀπέφυγα σήμερα τήν ἀναλυτική φιλολογική καί σχολαστική κριτική, χωρίς αὐτό νά σημαίνει πώς δέν θά εἶχε νόημα ἡ ἀναφορά σέ ζητήματα ρυθμοῦ, μέτρου, στίξης, γλώσσας γενικότερα, ἔχουν ὅλα τοῦτα τήν σημασία τους στό τελικό ἀποτέλεσμα. Τά παραβλέπω ὅμως – ὄχι μόνο γιατί ἐτοῦτο τό σημείωμα θά γινόταν κουραστικό, ἀλλά καί διότι στόν Κωνσταντινίδη ἡ φιλολογία δέν ἔχει κυρίαρχη θέση, ὁ ρυθμός ἀναρχεύει καί ραγίζει ἀπό τήν δύναμη τοῦ νοήματος καί ἡ γλῶσσα εἶναι Καρυωτακική, μόνο τα ἀπολύτως ἀπαραίτητα λειτουργοῦν, μόνο οἱ χρειαζούμενες λέξεις κινοῦνται, τίποτε τό περιττό, (νά πῶ καλλωπιστικό;..) δέν ἐνοχλεῖ τό νόημα, τό κέντρο, τήν κύρια εἰκόνα. Καμία παρεμβολή, καμία περίσπαση. Ἡ ποιητική φόρμα γιά τόν Κωνσταντινίδη εἶναι ἁπλῶς τό ὄχημα γιά φέρει μπροστά μας τίς εἰκόνες πού στοιχειώνουν τόν ἴδιο, τήν πόλη του, τόν κόσμο ὁλάκερο.
Ἡ συλλογή «Τῆς Μοναξιᾶς καλή συνέχεια» τοῦ Ντέμη Κωνσταντινίδη πιστεύω πράγματι πώς εἶναι ἡ καλύτερη τῆς ἕως σήμερα πορείας του. Θά ἐπαναλάβω αὐτό πού ἔχω γράψει καί παλαιότερα – ἐάν συνεχίσει τήν ὑπαρξιακή ποίηση, (στήν ὁποία ἔχει ἤδη πολύ καλές ποιητικές στιγμές) καί συνεχίσει νά βελτιώνει τά ἐκφραστικά του μέσα, (ἡ λιτότητα στήν ἔκφραση ἀπαιτεῖ ἀκόμη μεγαλύτερη τέχνη ἀπό τά πλουμίδια τοῦ λόγου), τότε νομίζω ἀρκετά σύντομα θά μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά ἕναν ποιητή μέ τόσο ἀξιόλογη καί ποιοτική γραφίδα, πού ἀξίζει νά λάβει θέση στόν κατάλογο τῶν σημαντικῶν ποιητῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου.


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

ξετάγκ

εντατικοποίηση

κάτι άσχετοι καπάτσοι

τα δαφνόφυλλα