Αναρτήσεις

προσευχή

Τα καλά και συμφέροντα
Πανάγαθε και σήμερα
Στο σπιτικό μας
Μέχρι το φράχτη μας
Και παραέξω το παλιάμπελο ας καεί.
Για τη δορά μας Εσύ μερίμνησε
Κι εμείς πολύ σεβαστικοί
Άνθρωποι πήλινοι και πραχτικοί
Θα φέρουμε όπως υποσχεθήκαμε
Ως την πόρτα Σου
Το κάτι τι..

Ο Τριαντάφυλλος

Τι με έσπρωξε προς την ποίηση;
Η πρώτη μου ίσως σχολική ανάμνηση.
Η εντονότερη οπωσδήποτε.
Πρώτη μέρα της Πρώτης Δημοτικού.
Καλοσιδερωμένο πριν τον αγιασμό
τον βλέπω από τα κάγκελα.
Τον κυνηγούν τον κλωτσούν και τον φτύνουν.
Ο Τριαντάφυλλος ο σπαστικός
ο προβληματικός. Μόνος κι αβοήθητος.
Μάταια να προσπαθεί να προστατευθεί
να τους αποφύγει.
Πικρά από τότε δεν παύω να επαληθεύω
τι σόι ανθρωπάκια αποτελούν
το παραγέμισμα αυτού του κόσμου.

δώρο κι αντάλλαγμα

Καμιά πρωτοτυπία
στο να είσαι κυνικός.
Πορεύσου προς το αμετάκλητο
κρατώντας λίγη στάχτη,
και κανένας πειρασμός
δεν καίγεται να μπει στο διάβα.
Δώρο κι αντάλλαγμα
σου έχει η αλήθεια
την περιπλάνηση.

η άλλη μέρα

Δουλεύει καλά τις αντιθέσεις. Ξεδιαλεγμένα τα ουσιαστικά. Περασμένα από οντισιόν τα επίθετα. Επαναλαμβάνει τα ρήματα φωναχτά. Το καθαρογράφει. Το ταχυδρομεί. Ξυπνάει την άλλη μέρα το πρωί. Τρώει τρεις φέτες τοστ, αυγά, μπέικον. Πίνει τέσσερα φλιτζάνια γαλλικό καφέ. Καπνίζει μισό πακέτο τσιγάρα. Κι ύστερα πάει και θαλασσοπνίγεται, αφήνοντας δυο νοίκια απλήρωτα.
28/7/2019 Στιγμές

τ' απαραίτητα

Δες, η θάλασσα
να την πιεις στο ποτήρι.
Φύλακες κάκτοι

έρημων μονοπατιών.
Τ' απαραίτητα μόνο.

χειμέριο κύμα

Όλοι είχαν φύγει πια. Ξεχειμώνιαζαν στην πόλη. Όταν αποχωρούσε κι ο τελευταίος, έσκαγε μύτη ο Φίλιππος. Ο Φίλιππος απεχθανόταν το καλοκαιρινό πλήθος των παραθεριστών. Βρώμιζαν την παραλία, μόλυναν τη θάλασσα και τον αέρα. Οι ρύποι τους εξαπλώνονταν σε ομόκεντρους κύκλους. Μα, όταν ερχόταν το φθινόπωρο και το μέρος ερήμωνε, η φύση προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της. Και τα κατάφερνε θεαματικά, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της άνοιξης, οπότε ο κύκλος επαναλαμβανόταν. Παρέα του Φίλιππου ήταν τα αδέσποτα. Ένα τσούρμο σκυλιών όλων των αποχρώσεων και των μεγεθών, γινόταν η ουρά του το χειμώνα. Παρατημένα από τους ιδιοκτήτες τους, θεονήστικα κι αποσκελετωμένα, τον έβλεπαν ως επί Γης σωτήρα. Κι αυτός χαιρόταν να τα χαϊδεύει, να τα κανακεύει. Μπορούσε ακόμα να τους δίνει το φαΐ του κι ο ίδιος να μένει νηστικός. Έτσι κι αλλιώς στεγνός, την έβγαζε σπαρτιάτικα, κατασταλαγμένος χρόνια σε μια διαπίστωση: Τα δίποδα είναι αχάριστα ζώα. Καμία σχέση με τα τετράποδα. Εκείνα ξέρουν να ανταποδίδουν την α…

Ο απών

Η ψυχή μου πάλλεται
μια τρικυμία
στα σπαραγμένα σωθικά του κόσμου.
Κανείς, λέω, κανείς
δεν θα αντιληφθεί την απουσία,
αφού Κανένας τ' όνομα.
O απών απών.