o καφενές
Έκλεισε κι ο Γιώργης τον καφενέ του. Θα 'ναι δυο-τρεις μήνες που κατηφόρισα προς τα εκεί. Λίγα τραπεζάκια κάτω απ' τον παχύ ίσκιο των φυλλωμάτων. Οι μπαρμπάδες σιωπηλοί, μετρούσαν τις χάντρες των κομπολογιών τους. Ο Γιώργης πηγαινοερχόταν νευρικός. Έβριζε το κάθαρμα που μας κυβερνάει. Πήρα έναν διπλό ελληνικό και κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι. Είπα ότι θα ξαναπεράσω.. Μ' έφερε σήμερα ο δρόμος μου από μπροστά. Μεγάλα πράσινα πανιά το κύκλωναν. Και λαμαρινένιες πινακίδες μεσιτικών.