Μια ελάχιστη χαραμάδα απ' όπου στιγμιαία τρυπώνει το φως σ' ένα κατασκότεινο δωμάτιο τόσο μόνο ώστε αφαιρετικά να συλλαμβάνεις τα σχήματα κι έπειτα να τα συμπληρώνεις με τη φαντασία. Αυτό είν' η ποίηση.
Ωραία κι ενδιαφέροντα πράγματα ειπώθηκαν κείνο το βράδυ. Ο ομιλητής το ζούσε. Οι απαγγελίες καθαρές και χρωματισμένες. Η ατμόσφαιρα ζεστή. Ο κόσμος χειροκρότησε. Μα εμένα απ' όλα περισσότερο μου άρεσε η ασπρόμαυρη γάτα που έτσι απροσδόκητα πήδηξε στην αγκαλιά μου.
Αυτή είν' η μοίρα — να γίνομαι δάκρυ. Αυτή είν' η μοίρα — να ξανοίγω στα μάκρη. Αυτή είν' η μοίρα — τις πικρές διαψεύσεις να κάνω εμπνεύσεις. Αυτή είν' η μοίρα και το είναι μου όλο. Αυτή είν' η μοίρα για τον ονειροπόλο. Αυτή είν΄ η μοίρα — σαν γιαγιάς παραμύθι να με σκεπάζει η λήθη. Αυτή είν' η μοίρα — στο μνήμα μου οι γάτες να κλαίν' τους διαβάτες. Αυτή είν' η μοίρα. Κι εσύ, αγαπημένη να μου είσαι πια ξένη.
Είναι μάλλον ανέφικτο ν' αποτινάξει κανείς τ' αόρατα δεσμά του προσωρινού. Η συμφιλίωση κάποτε μ' αυτήν την ιδέα κι η τελική αποδοχή της, είναι αυτό που στην Ελλάδα ονομάζουμε μονιμότητα.
Έξω περνάει ο παλιατζής. Ο ήλιος χρυσίζει το πάρκο απέναντι. Τα πουλιά εξακολουθούν να τσακίζονται πάνω στο μοντέρνο κτίριο με τους καθρέφτες. Κι οι γέροι φυλακισμένοι στα μπαλκόνια περιφέρουν αργά την απελπισία τους.