Τρέμει ο ποιητής μη βγουν οι λέξεις του αληθινές. Σε χαρακώνουν στο πρόσωπο. Τις πασπαλίζεις αλάτι. Πληγές κακοφορμισμένες που μένουν ανοιχτές. Χειρότερο μαστίγιο απ' την πραγματικότητα όσα δεν είδες ακόμα..
Παίρνω το δρόμο των ανατολικών τειχών. Ένα μουρμουρητό με συνοδεύει -- διηγήσεις για παλιά χέρια. Σκιές περιφέρονται αμίλητες. Λιωμένα μάρμαρα, σπείρες ακατανόητες. "Ενοικιάζονται φοιτητικές γκαρσονιέρες". Κατηφορίζω αργά προς τη θάλασσα. Άνθρωποι με μάτια από ομίχλη, κύματα από κρύσταλλο και θλίψη.
Πάμε, ρε πατέρα να μου ξαναπάρεις εκείνο το ποδήλατο, το βαρύ, το σοσιαλιστικό, το μαύρο με τ' ασημένια γράμματα και τα τρακτερωτά λάστιχα. Να το τσουλήσουμε ξανά σ' όλη την πόλη και να το σέρνουμε μεσημεριάτικα στην ατελείωτη ανηφόρα.
Tι απόμεινες τάχα να φυλάς; Τα αγάλματα σηκώθηκαν από τα βάθρα τους, οι προθήκες έμειναν αδειανές — λεζάντες χωρίς αντίκρισμα, σκόνη κατακυρίευσε τα πάντα. Πότε θυμάσαι αλήθεια να περνά ο τελευταίος επισκέπτης; Ένα κατάκλειστο μουσείο, ένα άδειο κέλυφος. Κι εσύ ακόμα στο πόστο σου. Πότε τελειώνει αυτή η βάρδια;