Βάζεις το νου σου να καλπάσει Εκεί που φύτρωναν τα δάση. Εκεί που βακχικά τοπία Απόμειναν βουβά και κρύα. Μες στους πυκνούς πυκνούς τους κλώνους Περάσματα σε άλλους χρόνους. Κι έχεις, καλά καλά, ξεχάσει Αν φύτρωναν ποτέ εκεί δάση...
Όσοι μιλάτε τώρα εκ του ασφαλούς, πρέπει μικροί να φάγατε πολύ παντεσπάνι. Αφού δεν μπορώ να διασχίσω το σώμα της μάνας μου, διασχίζω το σώμα της πόλης μου. Κάπως έτσι δεν το ΄λεγε ο Πεντζίκης; Κάστρα, Πανεπιστήμια, Καμάρα Ναυαρίνου, Θερμαϊκός... Και κάπου ενδιάμεσα, παλιά χριστιανικά νεκροταφεία. Κι άλλα πολλά που μόνο τα φαντάζεσαι. Έχεις την πολυτέλεια ακόμη να φαντάζεσαι... Θα πρέπει να 'φαγες πολύ παντεσπάνι! 23/1/2016 To Koskino
Προσκυνητής Σ' άνισο αγώνα Θανάτου και ζωής Με παγωμένο ιδρώτα Κλέβεις στιγμές να παραβγείς Κάποτε ωραίος νικητής... Σαν πρώτα. Όσο γι' αυτό Έχεις καιρό να δοξαστείς Για τέτοια μην ανησυχείς Και ρώτα Αν πρόφτασε ποτέ κανείς Τους κόπους του να δει ευτυχής Πριν σβήσουνε τα φώτα.
Πολύ απασχολημένοι! Πολύ απασχολημένοι! Κινητά μεδουσών εγκεφάλων... Μια γαλάζια στιγμή Δεν τους μένει Να μετρήσουν τα Ναυάγια των άλλων. 29/1/2016 Στιγμές
Γκρεμίστηκες απ' τη φωλιά Και τη δική σου μυρωδιά Αχ, δε γνωρίζει! Τ' αδέρφια σου από ψηλά Σου στέλνουνε το έχε γεια Μα δε δακρύζει. Αποσυνάγωγος περνάς Μέρες και νύχτες συμφοράς· Σε μακαρίζει! Τώρα στη ζέστη της φωλιάς Το κρύο στόμα μιας οχιάς Συρίζει...
Πόλη σειρά καμένα χαρτόκουτα Δρόμοι μπλοκαρισμένες αρτηρίες Πύργοι-γιαπιά αθώα του αίματος Απόψε που περήφανα κοιμάται! Και ποια Σμαρώ Και ποια Καλαμαριά... 13/1/2016 Αλλιώς
Ήθελες να με πείσεις πως δεν υπάρχουν άγιοι Όμως εγώ τους βλέπω Όταν αργά, πριν κοιμηθώ, σβήνω το φως Στην άκρη της φλόγας που απομένει να τρεμουλιάζει Μπρος στο παλιό, προσφυγικό εικονοστάσι. Έχουν μια καταπληκτική ωραιότητα Αυτοί οι ξεριζωμένοι άγιοι με τις αυστηρές μορφές Και τη σιωπηλή τους παρουσία.
Όλος ο κόσμος ένα ψόφιο γατί δίπλα σε κάδο γεμάτο υπολείμματα και χαλκοπράσινες μύγες, φορτωμένο ξέχειλα από τους καταναλωτές των εορτών... Δεν ζωντανεύει.
Το κοινωνικό ασανσέρ σταμάτησε μεταξύ 5ου και 6ου. Έχουμε υπομονή, αλλά ο χώρος είναι λιγοστός. Πέφτει το φως και σώνεται ο αέρας. Περιμένουμε τους τεχνικούς να μας απεγκλωβίσουν. Όμως αργούν. Κι ένας κύριος μόλις λιποθύμησε. Ηρεμήστε! Είναι στο δρόμο. Οπωσδήποτε έρχονται. Κάποτε θα 'ρθουν! (Θα 'ρθουν;) Εκείνη η ρημάδα η πινακίδα πριν εισέλθουμε...