Πάμε, ρε πατέρα να μου ξαναπάρεις εκείνο το ποδήλατο, το βαρύ, το σοσιαλιστικό, το μαύρο με τ' ασημένια γράμματα και τα τρακτερωτά λάστιχα. Να το τσουλήσουμε ξανά σ' όλη την πόλη και να το σέρνουμε μεσημεριάτικα στην ατελείωτη ανηφόρα.
Tι απόμεινες τάχα να φυλάς; Τα αγάλματα σηκώθηκαν από τα βάθρα τους, οι προθήκες έμειναν αδειανές — λεζάντες χωρίς αντίκρισμα, σκόνη κατακυρίευσε τα πάντα. Πότε θυμάσαι αλήθεια να περνά ο τελευταίος επισκέπτης; Ένα κατάκλειστο μουσείο, ένα άδειο κέλυφος. Κι εσύ ακόμα στο πόστο σου. Πότε τελειώνει αυτή η βάρδια;