Τα όρια του κόσμου μας είναι το γυαλί που μας περιβάλλει. Καθρεφτιζόμαστε σ' αυτό περιμένοντας το χέρι που θα μας ταΐσει. Μπουρμπουλήθρες όλη η ζωή μας και πλαστικές απομιμήσεις ναυαγίων.
Όταν τη ρώτησες τ' όνομά της, σου συστήθηκε ως έμπνευση. Βάλτην στο σπίτι, αλλά μην της δώσεις πολύ θάρρος. Το νου σου, μην την πολυπιστέψεις. Πασχίζει να φτάσει την τέλεια πρωταγωνίστρια. Φθονεί μέχρι θανάτου τη σιωπή.
Το καλοκαίρι φοράει τα τριμμένα της μπλουζάκια. Τα σκισμένα τζην λιώνουν στις καμπύλες του σώματός της. Το καλοκαίρι ηλιοκαμμένη τρώει παγωτό στον πεζόδρομο. Λιγώθηκε απ' τη γλύκα και μου προσφέρει το υπόλοιπο.
Απέναντι στο ταβερνάκι που πίνω το ούζο μου, φούνταραν χθες μάνα και γιος. Στο ίδιο μέρος σήμερα κάτι τουριστριούλες πλατσούριζαν στα ρηχά. Κι εγώ απολάμβανα τη μυρωδιά του αντηλιακού τους. Βάζοντας ακόμη λίγο πάγο στο ούζο μου. Ζαλισμένος, χωρίς να ψάχνω νόημα.
Ήρθε η Φλώρα και ξάπλωσε στο γρασίδι μας. Της φάνηκε δροσερή αυτή η γωνιά του κήπου. Έριξε λοιπόν έναν υπνάκο. Πόσο απλή είναι η ζωή. Γεμίζω έναν κουβά νερό να πιει να ξεδιψάσει. Κάθομαι και τη χαζεύω όπως αναπνέει ρυθμικά. Όπως τινάζει ανεπαίσθητα τ' αυτιά. Ήρθε η Φλώρα κι έφτιαξε το κέφι μας.
Αφήνω ψίχουλα στο τραπέζι μου για τα σπουργίτια. Δεν υπάρχουν πιο κωλοπετσωμένα κι επίμονα πλάσματα. Πιο προσηλωμένα στο ατόφιο της στιγμής. Πιο ειλικρινείς υμνητές του εφήμερου. Όμως, διαπιστώνω περίλυπος, δεν θα είναι ποτέ πράγματι ελεύθερα. Η πείνα ή η λαιμαργία τους είν' η αόρατη κλωστή που τα δένει με το τραπέζι.