Μένει τα βράδια ξάγρυπνος να αφουγκράζεται την αναρχία του κόσμου. Κείνη την ελάχιστη ώρα βηματίζει μονολογώντας: "Μπορεί να χάνεις τον ύπνο, αλλά δεν μπορείς να χάσεις τον θάνατο."
Eίδα τον Χριστό στην Αριστοτέλους. Άστεγο κάτω απ' τις καμάρες του Εμπράρ. Πάνω σε χαρτόκουτα σκεπασμένο με νάιλον. Δεν περίμενε την ανάσταση. Δεν ξέρω αν την έβγαλε ως το πρωί. Είχε τέτοιο γαμημένο κρύο. Μια φωτιά πήρε να με καίει. Ίσως έφταιγε η παγωνιά. Ίσως η πλήρης αποτυχία του είδους μου.
Ο καθρέφτης αυτός κράτησε την παιδική μου εικόνα. Τη χαρά μου και την προσμονή πριν την εκδρομή. Τα είδωλα των μεγάλων. Είναι σαν μια οθόνη που αναμεταδίδει το παρελθόν. Με χιόνια και χωρίς ήχο. Μια οθόνη που κάποτε με καλεί απέναντι. Εκεί που βρίσκονται αγαπημένα πρόσωπα. Εκεί που ο χρόνος στέκει παγωμένος.